λαρκίδιον
λαρκίδιον, dim. of λάρκος, charcoal basket
λαρκ-ίδιον, τό, Dim. of λάρκος, Ar. Ach. 340:—also λαρκ-ίον, Poll. 10.111.
λαρκίδιον -ου, τό [λάρκος ] a small basket, hamper for coal Aristoph. Ach. 340.
λαρκίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] dim. de λάρκος, Ar. Ach. 340.
λαρκίδιον, τό, dim. von λάρκος, Ar. Ach. 340.
λαρκίδιον, ου, τό,
Dim. of λάρκος, Ar.