λαρκοφορέω
λαρκοφορέω, carry a λάρκος
λαρκοφορέω,
- carry a λάρκος, D.C. 52.25.
λαρκοφορέω , contr. [λάρκος , φέρω ] to carry a coal basket DCass. 52.25.7 (aor. ptc. λαρκοφορήσας).
λαρκο·φορέω-ῶ, porter un panier à charbon, DC. 52, 25.
Étym. λάρκος, -φορος de φέρω.
λαρκοφορέω, einen Korb tragen, DC. 52.25.