λινόδεσμος
λῐνό-δεσμος, ον,
- = sq., σχεδία A. Pers. 68 (lyr.).
λῐνόδεσμος -ον [λίνον, δέω ] Aeschl. Pers. 68, see λῐνόδετος.
λινό·δεσμος, ος, ον [ῐ] lié avec des cordes, Eschl. Pers. 68.
Étym. λ. δεσμός.
λινόδεσμος, = λινόδετος, λινοδέσμῳ σχεδίᾳ, Aesch. Pers. 68.
λινόδεσμος
λῐνό-δεσμος, ον
= λῐνόδετος, Aesch.