λινοεργής
λῐνο-εργής, ές,
- = λινεργής, Opp. H. 3.444 (v.l. -ερκής).
λῐνοεργής -ές [see λινεργής ] made of linen Opp. 3.444 (v.l.).
λινο·εργής, ής, ές [ῐ] c. λινεργής, Opp. H. 3, 444.
λινοεργής, ές, = λινεργής, Opp. Hal. 3.444.