λινόδρυς
λῐνό-δρῡς, υος, ἡ,
- = χαμαίδρυς, χαμαίρωψ, Dsc. 3.98.
λῐνόδρυς -υος, ἡ [λίνον, δρῦς ] bot. germander Diosc.2 3.98, see χαμαίδρυς, χαμαίρωψ.
λινό·δρυς, υος (ἡ) [ῐ ; ῡ nomin.] autre n. de la plante χαμαίδρυς, Diosc. 3, 102.
λινόδρυς, [ῡ], υος, ἡ, eine Pflanze (s. χαμαίδρυς), Diosc.