λινοκαλαμίς
λῐνο-κᾰλᾰμίς, ίδος, ἡ,
- = λίνον (i. e. λινόσπερμον), Ps.-Dsc. 2.103.
λῐνοκᾰλᾰμίς -ίδος, ἡ [λίνον, καλάμη] flax Diosc.2 2.103a.
λινο·καλαμίς, ίδος (ἡ) [ῐᾰᾰῐδ] tige du lin, p. suite, chaume du lin, Diosc. Noth. 2, 125.
Étym. λ. κάλαμος.
λινοκαλαμίς, ίδος, ἡ, der Flachshalm, die Leinpflanze, Diosc.