λινόσπερμα
λῐνόσπερμα -ατος, τό [λίνον, σπέρμα ] flax seed Archig. (Gal. 13.63) Gal. 12.666 Geop. 16.20.1 Al.6 3.87.551, see λινόσπερμον.
λινό·σπερμα, ατος (τὸ) graine de lin, A. Tr. 3, 178, etc.
Étym. λ. σπέρμα.
λινόσπερμα, ατος, τό, = λινόσπερμον, Galen.