Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λινοπτάζει
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λινοεργής
λινοερκής
λινόζευκτος
λινόζωστις
λινόζωστος
λινοθήρας
λινοθώραξ
λινοθώρηξ
λινοκαλάμη
λινοκαλαμίς
λινοκάλαμον
λινοκάρυκες
λινοκᾶρυξ
λινοκάρυξ
λινόκλως
λινόκλωστος
λινοκριθή
λινόκροκος
λινόμιτος
λίνον
λινόπεπλος
λινόπλεκτος
λινόπληγος
λινόπληκτος
λινοπλήξ
λινοπλόκος
λινοπλύνας
λινοπλυτής
λινοποιός
λινοπόρος
λινοπτάζει
λινοπτάζω
λινοπτάομαι
λινόπτερος
λινοπτέρυξ
λινόπτης
λινόπυρος
λινοπώλης
λινορραφής
Λίνος
λίνος
λινόσαρκος
λινοσινής
λινόσπαρτον
λινόσπερμα
λινοσπέρμινος
λινόσπερμον
λινοστασία
λινοστατέω
λινοστολία
λινόστολος
λινόστροφος
λινοστρόφος
λινοτειχής
λινοτόμοι
λινοτόμος
λινούγιον
λινούδιον
λινουλκός
λινοῦλκος
λινουργεῖον
…
λινοπτάζει
Save
LSJ
λινοπτ-άζει·
ἐπιλινεύει, περιβλέπει,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}