Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λινούγιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λινοπλύνας
λινοπλυτής
λινοποιός
λινοπόρος
λινοπτάζει
λινοπτάζω
λινοπτάομαι
λινόπτερος
λινοπτέρυξ
λινόπτης
λινόπυρος
λινοπώλης
λινορραφής
Λίνος
λίνος
λινόσαρκος
λινοσινής
λινόσπαρτον
λινόσπερμα
λινοσπέρμινος
λινόσπερμον
λινοστασία
λινοστατέω
λινοστολία
λινόστολος
λινόστροφος
λινοστρόφος
λινοτειχής
λινοτόμοι
λινοτόμος
λινούγιον
λινούδιον
λινουλκός
λινοῦλκος
λινουργεῖον
λινουργέω
λινουργία
λινουργός
λινοῦς
λινοϋφεῖον
λινοϋφής
λινοϋφικός
λινοΰφιον
λινόϋφος
λινοῦχος
λινοφακός
λινοφάντης
λινοφθόρος
λινοφόρος
λινοχίτων
λινόχλαινος
λινόχορτος
λινόχρυσος
λινόω
λίντεος
λιντήρ
λινυφαντεῖον
λινυφαντικός
λινυφαρία
λινυφάριος
λινυφεῖον
…
λινούγιον
Save
LSJ
λῐνούγιον, τό, perh. = sq.,
Sammelb.
7033.40, al. (v A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}