Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιπαυρέω
λιπαυρέω, to be calm
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιπαρητέος
λιπαρία
λιπαριάζω
λιπαρίσχιος
λιπαροβῶλαξ
λιπαρόγειος
λιπαρόζωνος
λιπαρόθρονος
λιπαροκρήδεμνος
λιπαρόμματος
λιπαροπλόκαμος
λιπαροποιέω
λιπαροποιός
λιπαρός
Λίπαρος
λιπαρόσκηπτρος
λιπαροστέλεχος
λιπαρότης
λιπαρότροφος
λιπαρόχροος
λιπαρόχρους
λιπαρόχρως
λιπαρῶς
λιπαρώψ
λίπας
λίπασμα
λιπασμός
λιπαυγέω
λιπαυγής
λιπαυρεῖ
λιπαυρέω
λιπάω
λιπεῖν
λιπέλαιον
λιπεργάτης
λιπερνέω
λιπερνής
λιπερνήτης
λιπερνῆτις
λιπερνίτης
λιπερνῖτις
λιπεσάνωρ
λιπεσήνωρ
λιπήμεροι
λιπήμερος
λιπο
λιπόβιοι
λιπόβιος
λιποβλέφαρος
λιποβοτανέω
λιπογάλακτος
λιπογάμετος
λιπόγαμος
λιπόγεως
λιπόγληνος
λιπόγλωσσος
λιπογνώμων
λιπογράμματος
λιπόγυιος
λιποδεής
λιποδερμέω
…
λιπαυρέω
Save
λιπαυρέω, to be calm
LSJ
λῐπ-αυρέω, (αὔρα)
to be calm,
λιπαυρεῖ
(impers.)
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}