λιπαροποιέω
λῐπᾰρο-ποιέω,
- gloss on καταλιπαίνειν, Hsch.
λῐπᾰροποιέω , contr. [λιπαρός, ποιέω ] to fatten Hsch. s.v. καταλιπαίνειν.
λιπαροποιέω, fett machen, Hesych. v. καταλιπαίνω.