λιπαρόχρως Save Brill-Montanari Bailly 2024 Middle Liddell λῐπᾰρόχρως -ωτος Theocr. 2.102 (acc. -ων), see λῐπᾰρόχροος. λιπαρό·χρως, ωτος, acc. ων (ὁ, ἡ) [ῐᾰ] c. le préc. Thcr. Idyl. 2, 102. Étym. λ. χρώς. λιπαρόχρως λῐπᾰρό-χρως, ωτος, = λῐπᾰρόχρους, Theocr.