λύγιος
λῠγ-ιος, α, ον,
- = διωλύγιος, λ. τι ἀνακωκύσασα v.l. in Hld. 6.5.
λύ̆γιος -α -ον Sch. Dion.6 195.30, see λύγινος.
λύγιος, f.l. für λόγιος, Maneth. 5.249.