Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λυκοέρια
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λυκίδας
λυκιδεύς
Λυκίδης
Λυκίη
Λυκίηθεν
Λυκίηνδε
Λυκῖνος
Λυκιοεργής
λυκιοεργής
Λύκιοι
λύκιον
λύκιος
Λύκιος
Λυκιουργής
λυκιουργής
λυκιουργίς
λυκίς
Λύκις
λυκίσκος
Λυκίσκος
Λυκιτᾶς
Λυκόα
λυκοβατίας
λυκόβρωτος
λυκοδέρειος
λυκοδίωκτος
λυκόδοντες
λυκοειδής
λυκοεργής
Λυκόεργος
λυκοέρια
λυκοθαρσής
λυκόθηρ
λυκοθήρας
λυκοκαρίς
λυκοκτονέω
λυκοκτόνον
λυκοκτόνος
Λυκολέων
λύκολυγξ
Λυκομήδειος
Λυκομήδης
Λυκομηδίς
Λυκομίδαι
λυκόμορφος
λυκόομαι
Λυκόοργος
λυκοπάνθηρ
λυκοπάνθηρος
λυκοπερσικόν
λυκοπέρσιον
Λυκόποδες
λυκόποδες
Λυκοπολίτης
λυκοπρόσωπος
Λυκορμαῖος
Λυκόρμας
λυκορραίστης
Λυκόρτας
λύκος
Λύκος
…
λυκοέρια
Save
LSJ
λῠκο-έρια·
ἐκ λυκείου δέρματος πεπονημένα,
Hsch.
(fort. -εργέα).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}