λυκορραίστης
λυκορραίστης, wolf-worrier
λῠκορραίστης, ου, ὁ,
- wolf-worrier, κύνες AP 7.44 (Ion), cf. 6.106 (Zon.).
λῠκορραίστης -ου, ὁ [λύκος , ῥαίω ] wolf-killer: κύνες dogs AP 7.44.2.
λυκο·ρραίστης, ου (ὁ) [ῠ] tueur de loups, Anth. 7, 44.
Étym. λύκος, ῥαίω.
λυκορραίστης, ὁ, Wolfstöter ; ἀνήρ, Zon. 4 (VI.106); κύνες, Ep.adesp. 535 VII.44).
λυκορραίστης
λῠκορ-ραίστης, ου, ὁ,
ῥαίω
- wolf-worrier, Anth.