Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λυκουργός
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λυκόμορφος
λυκόομαι
Λυκόοργος
λυκοπάνθηρ
λυκοπάνθηρος
λυκοπερσικόν
λυκοπέρσιον
Λυκόποδες
λυκόποδες
Λυκοπολίτης
λυκοπρόσωπος
Λυκορμαῖος
Λυκόρμας
λυκορραίστης
Λυκόρτας
λύκος
Λύκος
λυκόσκορδον
λυκοσκόροδον
λυκοσκυτάλιον
Λυκόσουρα
λυκοσπάς
λυκόσπαστος
λυκόστομος
Λυκόστρατος
Λυκούργεια
Λυκούργειος
Λυκουργία
Λυκουργίδες
Λυκοῦργος
λυκουργός
Λυκουρία
λυκόφανον
λυκόφανος
λυκόφθαλμος
λυκοφιλία
λυκοφίλιος
Λυκοφόντης
λυκοφόρος
λυκόφρυς
λυκόφρων
Λυκόφρων
λυκόφων
λυκόφωνος
λυκόφως
λυκόχροος
λυκόχρους
λυκοψία
λύκοψις
λυκοψίς
λύκοψος
λυκόω
λυκτά
λυκτικός
Λύκτιος
Λύκτος
λυκτός
λυκώ
λυκώδης
Λύκων
Λύκων πόλις
…
λυκουργός
Save
Brill-Montanari
λῠκουργός
-όν
Or.
Sib.
5.306,
prob.
f.l.
for
λυρουργός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}