λυκοψία
λῠκοψία, ἡ, (ὄψις)
- = λυκόφως, Lyc. 1432.
λῠκοψία -ας, ἡ [λύκη , ὄψομαι ] Lyc. 1432, see λῠκόφως.
λυκ·οψία, ας (ἡ) [ῠ] clarté douteuse, crépuscule, Lyc. 1432.
Étym. λύκη, ὄψομαι.
λυκοψία, ἡ, = λυκόφως, κνεφαία, Lycophr. 1432.