Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λωπία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λωδικάριος
λωδίκιον
λῶδιξ
λώεσσαν
λώϊον
Λωίς
λῶϊς
λωισμός
λώϊστος
λωΐτερος
λωΐων
λώκιον
λώλεσσαν
λωλοδιακόνιον
λῶλον
λωλώ
λῶμα
λωμάτιον
λῶμες
λῶντι
λῶντο
λῷον
λώοντο
Λῷος
λῳότερος
λωπάδιον
λωπάς
λώπας
λωπεύει
λώπη
λωπία
λωπίζω
λώπιον
λωπίον
λωπιστός
λώπιστος
λωποδυσία
λωποδύσιον
λωποδυσίου
λωποδυσίου δίκη
λωποδυτέω
λωποδύτης
λωποδυτία
λῶπος
λωρί(ο)ν
λωρίζω
λωρίκιον
λωρίον
λωροκάπιστρον
λωρόν
λῶρον
λῶρος
λωροτομέω
λωροτόμος
Λώρυμα
λωρυμνόν
λῷστος
λωστύς
Λώτ
λῶταξ
λωτάριον
…
λωπία
Save
LSJ
λωπ-ία, ἡ,
= δέρμα,
EM
571.1 s.v. λῶπος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}