λωροκάπιστρον
λωροκάπιστρον, halter
λωροκάπιστρον [ᾰ], τό,
- halter, gloss on ῥυτήρ, Sch.rec. S. Aj. 235.
λωροκάπιστρον, τό, der Zügel, Schol. Soph. Ai. 230.
λωροκάπιστρον, halter