λύχνωμα Save LSJ Pape λύχν-ωμα, ατος, τό, = ὀθόνιον, Sch. Ar. Ach. 1175; cf. λαμπάδιον II.1. λύχνωμα, τό, = ὀθόνιον, ἔμμοτον, Schol. Ar. Av. 1175.