μακροπτύστης
μακροπτύστης, spitting far from one
μακρο-πτύστης, ου, ὁ,
- spitting far from one, prov. of a ‘big bug’, Sch. Luc. Nav. 15, Apol. 7.
μακροπτύστης, ὁ, Bachm. an. II.346, = μακρόπτυστος.