μακροπαράληκτος Save Bailly 2024 Pape μακρο·παράληκτος, ος, ον [ᾰρᾰ] à pénultième longue, Hdn gr. 1, 282, 15 ; Sch.-Il. 6, 268. Étym. μ. παραλήγω. μακροπαράληκτος, mit langer vorletzter Silbe, Gramm.