μακροπόρευτος
μακροπόρευτος, far-journeying
μακρο-πόρευτος, ον,
- far-journeying, μ. βίος PLit.Lond. 98 ii 12 (Dioscorus).
μακροπόρευτος, der weit gereist ist, Schol. Il. 5.280.