μακρόχηλος
μακρόχηλος, with long hoofs
μακρό-χηλος, ον,
- with long hoofs, v.l. in Str. 17.3.19.
μακρό·χηλος, ος, ον, aux sabots allongés ou aux longues griffes, Str. 835, au cp. -ότερος.
Étym. μ. χηλή.
μακρόχηλος, langklauig, -hufig, Strab. XVII.835, v.l. μακρόχειλος.
μακρόχηλος
μακρό-χηλος, ον
χηλή
- with long hoofs, Strab.