Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μακρώτης
μακρώτης, long-eared
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μακροφλυαρήτης
μακροφυέω
μακροφυής
μακρόφυλλος
μακροφωνέω
μακρόφωνος
μακρόχειλος
μακρόχειρ
μακρόχηλος
μακροχρονέω
μακροχρονίζω
μακροχρόνιος
μακροχρονιότης
μακρόχρονος
μάκροψις
μακροψυχέω
μακροψυχία
μακρόψυχος
μακρόω
μάκρυμα
μάκρυμμα
μάκρυνσις
μακρύνω
μακρυσμός
μακρῷ
μάκρων
Μάκρων
Μάκρωνες
μακρῶς
μάκρωσις
μακρώτης
μακτήρ
μακτήριον
μακτήριος
μάκτης
μακτός
μάκτρα
μακτρισμός
μακτρίστρια
μακτροκτυπίαι
μάκτρον
Μακτώριον
Μάκυνα
Μακυνία
Μάκυνος
μακύνω
μακών
μάκων
μακώνειον
μακωνίδες ἄρτοι
μάλα
μαλαβάθρινος
μαλάβαθρον
μαλάγας
μάλαγμα
μαλαγματίζω
μαλαγματώδης
Μάλακα
μαλακαίπους
μαλακαύγητος
μαλακαυγητός
…
μακρώτης
Save
μακρώτης, long-eared
LSJ
μακρ-ώτης, ου, ὁ, (οὖς)
long-eared,
Tz.
H.
1.125.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}