μεγαίνητος Save μεγαίνητος, illustrious LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands μεγαίνητος, ον, illustrious, B. 1.44, 3.64. μεγ·αίνητος, ος, ον, d’un grand renom, illustre, Bacchyl. 1, 154 ; 3, 64. Étym. μ. αἰνέω. μεγαίνητος -ον [μέγας, αἰνέω] hooggeprezen.