μεγαβρεμέτης
μεγα-βρεμέτης, ου, ὁ,
- = μεγαλοβρεμέτης, ποταμός Orph. A. 749.
μεγα·βρεμέτης, ου, adj. m. au frémissement bruyant, Orph. Arg. 747.
Étym. μέγας, βρέμω.
μεγαβρεμέτης, ὁ, = μεγαλοβρεμέτης, Orph. Arg. 747, ποταμός.