μεγαλαυχενία Save Bailly 2024 Pape μεγαλ·αυχενία, ας (ἡ) [γᾰ] c. μεγαλαυχία, Sib. 8, 76. μεγαλαυχενία, ἡ, = μεγαλαυχία, Orac.Sib. 8.76. Vgl. μεγαλαύχην.