μεγαλοπάρῃος
μεγαλοπάρῃος, with great cheeks
μεγᾰλο-πάρῃος [πᾰ], ον,
- with great cheeks, Apollon. Lex. s.v. ἱππόβοτος.
μεγαλοπάρῃος, erkl. Apoll. Lex. Hom. ἱπποπάρῃος.
μεγαλοπάρῃος, with great cheeks