μεγαλομανής
μεγαλομανής, very frantic
μεγᾰλο-μᾰνής, ές,
- very frantic, Sch. S. Aj. 143.
μεγαλομανής, ές, sehr rasend, Erkl. von ἱππομανής, Schol. Soph. Ai. 143.
μεγαλομανής, very frantic