μεγαλόπολις
μεγαλόπολις, (adj.) mighty city, (n.) capital, major city
μεγᾰλό-πολις,
- epith. of great cities, αἱ μεγαλοπόλιες Ἀθᾶναι Pi. P. 7.1; μεγαλοπόλιες ὦ Συράκοσαι ib. 2.1; ἁ μ. Τροία E. Tr. 1291 (lyr.); Ἀθθίς Pae.Delph. 8; ἡ λαμπροτάτη μ. Ἀλεξάνδρεια PLips. 45.13 (iv A. D.); also of the κόσμος, Ph. 1.4, al.
μεγαλό·πολις, ιος, att. εως [ᾰ] adj. f. qui est une grande ville, Pd. P. 2, 1 ; Eur. Tr. 1291.
Étym. μ. πόλις.
μεγαλόπολις, eine große Stadt bildend ; μεγαλοπόλιες Συράκοσαι, Pind. P. 2.1 ; Eur. Troad. 1291 u. Sp. S. auch μεγαλόπτολις u. nom. pr.
μεγᾰλόπολις f. adj.,
- 1great city μεγαλοπόλιες ὦ Συράκοσαι P. 2.1 αἱ μεγαλοπόλιες Ἀθᾶναι P. 7.1
μεγαλόπολις
- epith. of great cities, αἱ μεγαλοπτόλιες Ἀθᾶναι Athens that mighty city, Pind.; ἁ μ. Τροία Eur.