μελανονεκυείμων Save Bailly 2024 Pape μελανο·νεκυ·είμων, ων, ον, gén. ονος [ᾰ] vêtu de noirs habits de deuil, Ar. Ran. 1336. Étym. μ. νέκυς, εἷμα. μελανονεκυείμων, ον, schwarz-toten-gekleidet, Ar. Ran. 1332, Schol. μέλανα καὶ νεκρικὰ ἱμάτια φέρων.