Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μελανουργός
μελανουργός, atramentarius
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μελανόν
μελανονεκυείμων
μελανονεκυοείμων
μελανονεφής
μελανόομαι
μελανοπλόκαμος
μελανοποιός
μελανόπους
μελανόπτερος
μελανοπτέρυξ
μελανόπωλος
μελανορράβδωτος
μελανόρριζον
μελανόρριζος
μελανός
μέλανος
μελανόσαρκος
μελανοσπαλάκισσα
μελανόσπερμον
μελάνοσσος
μελανόστεος
μελανόστερνος
μελανόστερφος
μελανόστικτος
μελανόστολος
μελάνοστος
μελανοσυρμαῖος
μελανοσώματος
μελανοτειχής
μελανότης
μελανουργός
μελανουρίς
μελάνουρος
μελανόφαιος
μελανόφθαλμος
μελανόφλεψ
μελανοφορέω
μελανοφόρος
μελάνοφρυς
μελανόφρων
μελανόφυλλος
μελανόχλωρος
μελανόχροος
μελανόχρως
μελανόω
μέλανσις
μελάνσπερμον
μελάνστερνος
Μελάντας
μελάντατος
Μελάντειοι σκόπελοι
μελαντειχής
μελάντερος
μελαντηρία
μελαντήριον
μελαντικός
μελαντραγής
μελάνυδρος
μελάνω
μελανώδης
μελάνωμα
…
μελανουργός
Save
μελανουργός, atramentarius
LSJ
μελᾰν-ουργός,
atramentarius,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}