μελάνοστος
μελάνοστος, black-boned
μελάν-οστος, ον, for μελᾰν-όστεος,
- black-boned, αἰετοῦ . . μελανόστου θηρητῆρος read for μέλανος τοῦ in Il. 21.252 by Aristotle (cf. Sch. BT, Eust. 1235.42); cf. μελάνοσσος.
μελάν·οστος, ος, ον [ᾰ] aux os noirs, Il. 21, 252.
Étym. μ. ὀστέον.
μελάνοστος, für μελανόστεος, od. μελανόστης, Tzetz. zu Lycophr. 148, mit schwarzen Knochen ; Arist. wollte μελανόστου Il. 21.252 statt αἰετοῦ οἴματʼ ἔχων μέλανος τοῦ θηρητῆρος lesen, Andere μελανόσσου, mit schwarzen Augen.
μελάνοστος
μελάν-οστος, ον
for μελανόστεος
- black-boned, Il.