μελιπτέρωτος
μελιπτέρωτος, honey-winged
μελι-πτέρωτος, ον,
- honey-winged, μέλεα Μουσᾶν Lyr.Adesp. 81.
μελι·πτέρωτος, ος, ον, aux ailes de miel, Pratin. (Ath. 633a).
Étym. μ. πτερόν.
μελιπτέρωτος, honigflügelig, Pratin. bei Ath. XIV.633a, l.d.