μέλινον Save LSJ Bailly 2024 Pape μέλινον, τό, = μελισσόφυλλον, dub. in Varr. RR 3.16. μέλινον, ου (τὸ) mélisse, plante, Varr. R.R. 3, 16. μέλινον, τό, = μελίταινα, Bienenkraut, Sp.