Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεσόκενος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεσόγειος
μεσογειότης
μεσογείων
μεσόγεως
μεσογεώτης
μεσογεωτικός
μεσογονάτιον
μεσογόνιον
μεσόγραφος
μεσοδάκτυλον
μεσοδάκτυλος
μεσοδερκής
μεσόδικος
μεσόδματα
μεσόδμη
μεσόδοκον
μεσοδόμη
μεσοδόμιον
μεσόδομος
μεσοειδής
μεσόεις
μεσόζευγμα
μεσοζύγιος
μεσοῆλιξ
μεσόθεν
μεσόθι
μεσόθριξ
μέσοι
μεσοικέτης
μεσοκάρπιον
μεσόκενος
μεσόκλαστος
μεσοκνήμιον
μεσόκοιλος
μεσοκόνδυλος
μεσόκοπος
μεσοκουράδες
μεσόκουρος
μεσόκρανον
μεσοκρινής
μεσοκύνιον
μεσόκωλον
μεσολαβέω
μεσολαβής
μεσολάβησις
μεσολάβιον
μεσόλαβος
μεσολάνιον
μεσόλευκος
μεσομάζιον
μεσόμακρος
μεσομέλας
Μεσομήδης
μεσομηνία
μεσομήνιον
μεσομήρια
μεσόμνη
μεσομφαλία
μεσομφάλιον
μεσομφάλιος
μεσόμφαλος
…
μεσόκενος
Save
LSJ
μεσό-κενος
σφυγμός,
of the pulse, dub. sens. in
Archig.
ap.
Gal.
8.944.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}