μεσόγειος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape μεσό·γειος, ος, ον, c. μεσόγαιος, DS. 1, 31. Étym. cf. le suiv. μεσόγειος -ον [~ μεσόγαιος] subst. ἡ μεσόγειος binnenland. μεσόγειος, = μεσόγαιος.