Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεσομφάλιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεσοικέτης
μεσοκάρπιον
μεσόκενος
μεσόκλαστος
μεσοκνήμιον
μεσόκοιλος
μεσοκόνδυλος
μεσόκοπος
μεσοκουράδες
μεσόκουρος
μεσόκρανον
μεσοκρινής
μεσοκύνιον
μεσόκωλον
μεσολαβέω
μεσολαβής
μεσολάβησις
μεσολάβιον
μεσόλαβος
μεσολάνιον
μεσόλευκος
μεσομάζιον
μεσόμακρος
μεσομέλας
Μεσομήδης
μεσομηνία
μεσομήνιον
μεσομήρια
μεσόμνη
μεσομφαλία
μεσομφάλιον
μεσομφάλιος
μεσόμφαλος
μέσον
μεσόνεοι
μεσονεφής
μεσόνεως
μεσονήστιμος
μεσονύκτιον
μεσονύκτιος
μεσόνυξ
μεσοπαγής
μεσοπαλής
μεσοπεντηκοστή
μεσοπέρδην
μεσοπερσικός
μεσοπετής
μεσόπλατος
μεσοπλεύριος
μεσοπλευρίτης
μεσόπλευρος
μεσόπλουτος
μεσοπόλιος
μεσόπολις
μεσοπόντιος
μεσοπορέω
μεσοπορία
μεσοπορικόν
μεσοπόρος
μεσόπορος
μεσοπόρφυρος
…
μεσομφάλιον
Save
LSJ
μεσομφᾰλ-ιον, τό,
= ὀμφαλός,
Poll.
2.169; of a shield,
Id.
1.133.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}