μεταδίομαι
μεταδίομαι, pursue
μεταδίομαι [ῐ],
- pursue, μετά με δρόμοισι διόμενοι A. Supp. 819 (lyr.).
μεταδίομαι, (δίομαι), verfolgen, in tmesi, Aesch. μετά με δρόμοισι διόμενοι, Suppl. 799.