Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεταδιωκτέος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετάγω
μεταγωγεύς
μεταγωγή
μεταγωγός
Μεταγώνιον
μεταδαίνυμαι
μεταδειπνέω
μεταδέμνιος
μεταδετέον
μεταδετέος
μεταδεῦσαν
μεταδέχομαι
μεταδέω
μεταδήμιος
μετάδημος
μεταδιαιτάω
μεταδιαταγή
μεταδιατάσσω
μεταδιατίθεμαι
μεταδιδακτέον
μεταδιδάσκω
μεταδίδωμι
μεταδιεράω
μεταδιοικέω
μεταδιοίκησις
μεταδίομαι
μεταδιορθόω
μεταδιόρθωσις
μεταδιορισμός
μεταδιωκτέον
μεταδιωκτέος
μεταδίωκτος
μεταδιωκτός
μεταδιώκω
μεταδίωξις
μεταδοκέω
μεταδοξάζω
μεταδόρπιος
μεταδόσιμον
μετάδοσις
μεταδοτέον
μεταδοτέος
μεταδότης
μεταδοτικός
μεταδουλόω
μετάδουπος
μεταδρομάδην
μεταδρομή
μετάδρομος
μεταδροπάδην
Μετάδως
μέταζε
μεταζεύγνυμι
μεταζήτησις
μετάθεσις
μεταθετέον
μεταθετικός
μετάθετος
μεταθέω
μεταθύω
μεταθωρήσσομαι
…
μεταδιωκτέος
Save
Bailly 2024
μεταδιωκτέος,
α, ον,
vb. de
μεταδιώκω,
Plat.
Tim.
64
b
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}