μεταδοτέον
μεταδοτέον, one must give a share
μετα-δοτέον,
- one must give a share, τινὶ ἀρετῆς Pl. Alc. 1.134c, cf. X. Cyr. 7.5.79.
μεταδοτέον, vb. de μεταδίδωμι, Xén. Cyr. 7, 5, 79 ; Plat. Lys. 211c, 1 Alc. 134b, etc.
μεταδοτέον, Adj. verb. zu μεταδίδωμι.