μεταστρεπτέον
μεταστρεπτέον, one mustretort
μετα-στρεπτέον,
- one must retort, τὴν ἄγνοιαν εἰς τὸν ἐρωτῶντα Arist. SE 181a18.
μεταστρεπτέον, vb. de μεταστρέφω, Arstt. Soph. el. 27.