μετάστατος
μετάστατος, removed
μετά-στᾰτος, ον,
- removed, ὑπὸ καθαρμῶν Hp. Morb.Sacr. 1.
μετάστατος [στᾰ] déplacé, transporté, Hpc. 302, 31.
Étym. vb. de μεθίστημι.
μετάστατος, removed