μεταστοιχεί
μεταστοιχεί, all in a row
μεταστοιχεί or μετα-ί, Adv.
- all in a row, στὰν δὲ μ., of chariots ready to start in a race, Il. 23.358; of runners, ib. 757.
μεταστοιχεί, v.l. für μεταστοιχί.
μεταστοιχεί
στοῖχος
- adv. all in a row, Il.