μηλοβοτήρ
μηλοβοτήρ, a shepherd
μηλο-βοτήρ, ῆρος, ὁ,
- shepherd, Il. 18.529, h.Merc. 286.
μηλο·βοτήρ, ῆρος (ὁ) pâtre, Il. 18, 529 ; Hh. Merc. 286 (μῆλον 2, βόσκω).
μηλοβοτήρ, ῆρος, ὁ, der Schafhirt, Schäfer, Il. 18.529 u. sp.D., wie Coluth. 156.
μηλοβοτήρ
-ῆρος, ὁ
[μῆλον1 + βοτ-, βόσκω.]
A shepherd : κτεῖνον μηλοβοτῆρας Il. 18.529.
μηλοβοτήρ , ῆρος: shepherd, pl., Il. 18.529†.
μηλοβοτήρ
- a shepherd, Il.