About Report a problem

Menu

μηλολόνθη

μηλολόνθη, the cockchafer

μηλολόνθη, ἡ,
  • cockchafer, Ar. Nu. 764, Artem. 2.22; ἔχει ἐν ἐλύτρῳ τὰ πτερά Arist. HA 490a15, 532a23; τὸ πτερὸν ἔχει ἐν κολεῷ ib. 531b25: μηλολάνθη, Poll. 9.122, 124:—Dim. μηλολόνθιον, τό, Sch. Ar. V. 1332.

Saved

Recent