μηλοβότης
μηλοβότης, shepherd
μηλο-βότης, ου, ὁ, Dor. -τας, = foreg., Pi. I. 1.48, E. Cyc. 53 (lyr.).
μηλο·βότης, ου (ὁ) c. le préc. Eur. Cycl. 53 ; Anth. 9, 84 ||
➳ Dor. μηλοβότας, Pd. I. 1, 48.
μηλοβότης, ὁ, = μηλοβοτήρ ; Pind. I. 1.48 ; Eur. Cycl. 53 ; Antiphan. 6 (IX.84).
For Pindar, see also: μηλοβότας
μηλοβότης
μηλο-βότης, ου, ὁ,
= μηλοβοτήρ, Pind., Eur.