μουκηροβάκτας Save Bailly 2024 μουκηρο·βάκτας, α (ὁ) casse-noisettes, oiseau, Pamph. (Ath. 53b) conj. Étym. μούκηρος, βάγνυμι, lac. c. *ϝάγνυμι, ἄγνυμι.