μυθοποιΐα Save Bailly 2024 Pape μυθοποιΐα, ας, (ἡ) [ῡ] c. le préc. DS. 1, 96 ; 3, 65 ; Plut. M. 348a. Étym. μυθοποιός. μυθοποιΐα, [ῡ], ἡ, = μυθοποίησις, DS. 1.96.